Η Zippo ιδρύθηκε στο Μπράντφορντ της Πενσυλβάνιας το 1932 όταν ο George G. Blaisdell αποφάσισε να δημιουργήσει έναν αναπτήρα που θα φαινόταν καλός και θα ήταν εύχρηστος. Ο Blaisdell έλαβε τα δικαιώματα για έναν αυστριακό ‘windproof ‘ αναπτήρα με μετακινούμενο καπάκι και το ξανασχεδίασε σύμφωνα με τις δικές του απαιτήσεις. Έκανε τη θήκη ορθογώνια και συνέδεσε το καπάκι με το κατώτατο σημείο με έναν σύνδεσμο. Τότε περιέβαλε γύρω το φυτίλι με το γνωστό διάτρητο κέλυφος της Zippo. Επηρεασμένος από μια άλλη πρόσφατη εφεύρεση, το φερμουάρ (ZIP), ο Blaisdell ονόμασε το νέο αναπτήρα “Zippo”, και το υποστήριξε με μια εγγύηση εφόρου ζωής.

Η Zippo έχει παραγάγει πάνω από 500 εκατομμύρια windproof αναπτήρες από την ίδρυσή της το 1932. Εκτός από τις βελτιώσεις στη ρόδα και τις τροποποιήσεις στα τελειώματα της θήκης, το αρχικό σχέδιο του Blaisdell παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο μέχρι και σήμερα. Η εγγύηση εφόρου ζωής της λειτουργικότητας του αναπτήρα που συνοδεύει κάθε μεταλλικό προϊόν Zippo, ακόμα πιστοποιεί ότι “Λειτουργεί ή το αντικαθιστούμε δωρεάν™”.

Η Zippo έχει επεκτείνει τις διαδικασίες πωλήσεών της εθνικά και διεθνώς μέσω ενός ευρύ δικτύου αντιπροσώπων πωλήσεων. Σε περισσότερες από 120 χώρες σε όλο τον κόσμο, η Zippo είναι συνώνυμο με την ποιότητα και τη δεξιοτεχνία.

Οι Windproof αναπτήρες Zippo απολαμβάνουν μια διαδεδομένη και ζηλευτή φήμη ως πολύτιμα συλλεκτικά αντικείμενα. Η παρέχεται ο οδηγός Zippo για συλλέκτες που περιέχει τις απεικονίσεις των αναπτήρων και τις περιγραφές της σειράς, καθώς επίσης και μια εξήγηση του κώδικα ημερομηνίας που βρίσκεται στο κατώτατο σημείο κάθε αναπτήρα Zippo.

Παρόλο που ο αναπτήρας Zippo έχει ένα πολύ απλό μηχανισμό λειτουργίας, η κατασκευή του είναι σχετικά πολύπλοκη. Αποτελείται από 22 μέρη και απαιτεί 108 κατασκευαστικές λειτουργίες.

Παραβλέποντας τα παραπάνω, εμείς ακόμα εγγυούμαστε ότι κάθε αναπτήρας Zippo θα δουλεύει πάντα ή θα σας τον φτιάξουμε ή θα σας τον αντικαταστήσουμε δωρεάν, μην υπολογίζοντας την ηλικία ή την κατάσταση του αναπτήρα.

Τελικά, υπάρχουν ακόμα πράγματα που απλά δεν θέλετε να τα ξεφορτωθείτε ποτέ.

 


The sword typical of the European High Middle Ages (sometimes called knightly sword or arming sword) was a straight, double-edged weapon with a single-handed cruciform hilt and a blade length of about 70 to 80 centimetres (28 to 31 in). The type is frequently depicted in period artwork, and numerous examples have been preserved archaeologically.

The high medieval sword of the Romanesque period (10th to 13th centuries) develops gradually from the Carolingian sword (spatha, “Viking sword”) of the 9th century. In the Late Medieval period (14th and 15th centuries), late forms of these swords continued to be used, but often as a sidearm, now called “arming sword” and contrasting with the two-handed, heavier longsword. Though the majority of late-medieval arming swords kept their blade properties from previous centuries, there are also surviving specimens from the 15th century that took the form of a late-medieval estoc, specialised for use against more heavily armoured opponents. After the end of the medieval period, the arming sword develops into several forms of early modern one-handed straight swords, such as the side-sword, the rapier, the cavalry-focused Reiterschwert and certain types of broadsword.